ευπεψία

ευπεψία
η (ΑΜ εὐπεψία) [εύπεπτος] εύκολη πέψη, φυσιολογική χώνευση τής τροφής, χωνευτικότητα.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • εὐπεψία — εὐπεψίᾱ , εὐπεψία digestibility fem nom/voc/acc dual εὐπεψίᾱ , εὐπεψία digestibility fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπεψίᾳ — εὐπεψίᾱͅ , εὐπεψία digestibility fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευπεψία — η εύκολη πέψη, φυσιολογική χώνεψη (αντίθ. δυσπεψία) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐπεψίας — εὐπεψίᾱς , εὐπεψία digestibility fem acc pl εὐπεψίᾱς , εὐπεψία digestibility fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπεψίαν — εὐπεψίᾱν , εὐπεψία digestibility fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπεψίαις — εὐπεψία digestibility fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπεψίη — εὐπεψία digestibility fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπεψίῃ — εὐπεψία digestibility fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • eupepsia — (Derivado del gr. petto, cocer, digerir.) ► sustantivo femenino FISIOLOGÍA Digestión normal. * * * eupepsia (del gr. «eupepsía») f. Med. Digestión normal. * * * eupepsia. (Del gr. εὐπεψία). f. Med. Digestión normal. * * * (del gr. ey, bien, y… …   Enciclopedia Universal

  • καλοστομαχία — καλοστομαχία, ἡ (Μ) ευπεψία, χωνευτικότητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο) * + στομαχία (< στόμαχος < στόμαχος), πρβλ. κακο στομαχία] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”